«Νew Deal για το χρέος, η διέξοδος για την Ευρώπη»
Οι πρώην πρωθυπουργοί της Ιταλίας και του Βελγίου Τζουλιάνο Αμάτο και Γκι Φερχόφσταντ αναλύουν την πρότασή τους για έξοδο από την κρίση
Η μετατροπή χρέους ύψους 60% του ΑΕΠ κάθε χώρας της ευρωζώνης σε «ευρωπαϊκό χρέος» και η έκδοση ενός τύπου ευρωομολόγου για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης στην Ευρώπη είναι οι δύο κύριες όψεις της Διακήρυξης που υπέγραψαν οι έξι πρώην ηγέτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης.
Η πρώτη πρόταση χαρακτηρίζεται από πολλούς προβληματική ή ανέφικτη.
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ δεν επιτρέπει την ανάληψη του χρέους μιας χώρας από τις υπόλοιπες. Παρ΄ ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται κατά γράμμα (οι χώρες της ευρωζώνης δανείζουν την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία οι οποίες έχασαν την πρόσβαση στις αγορές), η ευρωζώνη δεν είναι έτοιμη να «ενοποιήσει» το εξωτερικό χρέος της. Αν αυτό συμβεί, λένε όσοι διαφωνούν με μια τέτοια πρωτοβουλία, τότε κάθε πολίτης της ευρωζώνης θα είναι υπεύθυνος για το συνολικό χρέος όλων των κρατώνμελών. Πέραν όλων των άλλων, αυτή η εξέλιξη θα επέβαλλε την πολιτική ένωση της ευρωζώνης.
Επισημαίνουν ωστόσο ότι «το “ευρωχρέος” δεν χρειάζεται να το εγγυώνται όλα τα κράτη-μέλη ταυτόχρονα». Κάθε κράτος θα εξακολουθήσει να εξυπηρετεί το τμήμα που του αναλογεί. Ποιο είναι τότε το όφελος;
Οι δύο πολιτικοί υποστηρίζουν ότι η ενοποίηση μεγάλου τμήματος του δημοσίου χρέους των κρατών-μελών της ευρωζώνης θα καθησυχάσει τις αγορές, θα συμβάλει στη μείωση των επιτοκίων και με αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλίσει για κάθε χώρα καλύτερες συνθήκες εξυπηρέτησής του. Εχοντας ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές τα κράτη-μέλη «θα μπορούν να εξυπηρετή σουν το χρέος τους χωρίς να χρειάζονται την οικονομική βοήθεια της Ενωσης ή άλλων κρατών-μελών» λένε. Στα επιχειρήματα ότι το παραπάνω προϋποθέτει αλλαγή της Συνθήκης της Ενωσης απαντούν ότι αυτό θα ίσχυε μόνο αν το ευρωπαϊκό χρέος αναλάμβανε να το εξυπηρετήσει η ευρωζώνη συνολικά. Αντιθέτως, το μοντέλο που προτείνουν «μπορεί να επιτευχθεί απλώς με μια απόφαση ενισχυμένης συνεργασίας εντός του Εurogroup».
Η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους συνδέεται ευθέως με την οικονομική ανάπτυξη κάθε χώρας. Σύμφωνα με τη Διακήρυξη, η οικονομική ανάπτυξη θα εξασφαλίζεται μέσα από την έκδοση ευρωομολόγων ανάπτυξης- στο πρότυπο του αμερικανικού Νew Deal. «Θυμίζουμε ότι τα ομόλογα που κυρίως χρηματοδότησαν το Νew Deal δεν χρηματοδοτήθηκαν ή δεν είχαν τις εγγυήσεις των “κρατών-μελών”, δηλαδή της Καλιφόρνιας ή του Ντελάγουερ» λένε.
Επισημαίνουν ότι από το 1997 ως σήμερα η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (η οποία εκδίδει ομόλογα τα τελευταία 50 χρόνια) και το Ευρωπαϊκό Επενδυτικό Κεφάλαιο (Εuropean Ιnvestment Fund) έχουν τετραπλασιάσει τις επενδύσεις τους. Μπορεί να τις τετραπλασιάσουν και πάλι ως το 2020 με συγχρηματοδότηση που θα προέλθει μέσα από εκδόσεις ευρωομολόγων. Με αυτόν τον τρόπο θα συμβάλουν στην υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Οικονομικής Ανασυγκρότησης (Εuropean Εconomic Recovery Ρrogramme).
Οι δύο πολιτικοί εκτιμούν ότι η ευρωζώνη πρέπει να λάβει τολμηρές αποφάσεις. «Δεν πρέπει να περιμένουμε από τους οίκους αξιολόγησης να αποφασίσουν την έκβαση της κρίσης» τονίζουν κατηγορηματικά.
Μια νεότερη εκδοχή της αρχικής πρότασης υπέγραψαν από κοινού και δημοσίευσαν την περασμένη Δευτέρα στους «Financial Τimes» και στο «Spiegel» οι κκ. Τζουλιάνο Αμάτο (πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας), Γκι Φερχόφσταντ (πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου), Μισέλ Ροκάρ (πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας, Μάριο Σοάρες (πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος της Πορτογαλίας), Χόρχε Σαμπάιο (πρώην πρόεδρος της Πορτογαλίας), Ενρίκε Μπαρόν (τέως ηγέτης της Σοσιαλιστικής Ομάδας και τέως πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου) και Γιάτσεκ Σαριούζ Βόλσκι (αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος). Η πρόταση των κκ. Βαρουφάκη και Χόλαντ επικεντρώνει σε τρία καίρια σημεία: Πρώτον, επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσα από τον προσωρινό μηχανισμό στήριξης, δεύτερον, μετατροπή του 60% του εθνικού χρέους κάθε κράτους-μέλους (το ποσοστό που «επιτρέπει» η Συνθήκη του Μάαστριχτ) σε «ευρωπαϊκό χρέος» και, τρίτον, έκδοση αναπτυξιακού ευρωομολόγου για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης, απαραίτητη προϋπόθεση για την εξυπηρέτηση των χρεών.